Translate

Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Την ωραιότητα της παρθενίας σου (1)


Έρωτας πλατωνικός και μέγας. Μετρούσε ήδη δύο μαθητικά χρόνια ολιγόλεπτων συναντήσεων και πολύωρων τηλεφωνικών επαφών. Της ή καλύτερα απλώς έγραφε ποιήματα και σ' όλα μπορούσε να βρει την ομορφιά της σκέψης του. Επρόκειτο για διάνοια, μέγα ποιητή κατά την κρίση της τότε, αλλά και σήμερα που πιο ώριμα μπορεί να κρίνει, από όσα θυμάται και από τα λίγα ποιήματα του που διασώθηκαν της καταστροφής, του σκισίματος τους δηλαδή, από κάποιον ζηλιάρη επόμενο. που ανηλεώς τα μετέτρεψε σε φιλουρίδια.

Αλλά να ήταν μόνον αυτό! Ο έρωτας μεγάλωνε και φούντωνε κάθε φορά που της ή καλύτερα απλώς έπαιζε κιθάρα ή πιάνο, ακόμα και στο ακουστικό του τηλεφώνου, όταν φυσικά έλειπε η γάτα για καφέ στη γειτονιά ή σε κάποια δουλειά και τα ποντίκια χόρευαν ή μάλλον ερωτοτροπούσαν, νοερώς δυστυχώς, υπακούοντας στα ήθη των καιρών και των αναστολών, που τόσο ήθελαν να καμφούν, και δεν θα ήταν και δύσκολο δηλαδή, αν τύχαινε σε κανέναν μπερμπάντη. "Μίλα μου" της έλεγε, μουσικά όμως, σε σκοπό της εποχής κι εκείνη έλιωνε. Κι όχι μόνον να του μιλήσει ήθελε, αλλά και να τον-την σκίσει, μετά συγχωρήσεως, γιατί εξάλλου ουδέποτε το έπαιξε σεμνή. οι συνθήκες την ανάγκαζαν και το αδέξιο και άπειρο της ηλικίας τους και κυρίως της ηλικίας του (λίγο μεγαλύτερος της), που δεν του είχε διδάξει ακόμα ότι ενίοτε το γυναικείο όχι σημαίνει ναι. "Μίλα μου, ναι, μίλα μου..." της ή καλύτερα απλώς τραγουδούσε σε σχολική συναυλία κι εκείνη ανάμεσα στο παραληρούν μαθητικό ακροατήριο ένιωθε ως ο μοναδικός αποδέκτης των τραγουδιών και μουσικών του.

Το πρώτο τους φιλί ήταν το πρώτο της κι ήταν γλυκό σαν μέλι, τρυφερό σαν απαλό χάδι κι ευχάριστο σαν ουράνια μελωδία. Μπορούσαν να φιλιούνται για ώρες χωρίς να προχωρούν παραπέρα. Αναρωτιόταν πώς άντεχε, αλλά και δημόσια δεν μπορούσαν, ούτε σε κάτι θλιβερά κέντρα διασκέδασης της εποχής, στα οποία πήγαινε κρυφά απ' τους γονείς της, που αν γνώριζαν, αλίμονο της της κακομοίρας. Στον κατώφυλλο θα την έσφαζαν κατά την προσφιλή απειλή και μόνον της εποχής, αν και αλλού συμβαίνουν αυτά καθημερινά και κυριολεκτικά, δυστυχώς. Όχι ότι δεν καταλάβαιναν, ούτε φυσικά έλειπαν οι καβγάδες στο σπίτι και τα πικρά λόγια για το ολίσθημα της καρδιάς. Μια φορά σήκωσε το τηλέφωνο και η μάνα του. "Εσύ, άλλη δουλειά να κάνεις, δεν έχεις, κορίτσι μου", της είπε. Ντροπιάστηκε, αλλά ήταν η πιο σοβαρή κι ευχάριστη δουλειά που είχε να κάνει κι έτσι συνέχισαν.

Πάντα ο έρωτας ήταν πιο δύσκολη και περίπλοκη υπόθεση για τις γυναίκες, κι ο πρώτος έρωτας για τα άβγαλτα κοριτσάκια. Να μην εξηγώ, είναι σε όλους γνωστά τα γιατί και παντελώς άδικα. Νομοτελειακά δε μας χωρίζει τέτοια απόσταση από τα πρώτα χτυποκάρδια, όταν ωριμάζουμε και καταλαβαίνουμε, που πάλι δεν καταλαβαίνουμε τα παιδιά μας, όταν τα βιώνουν.

Χωρίς να κάνει κάτι ανήθικο, ένιωθε ενοχές για την ανηθικότητα του εκτεθειμένου στον επαρχιακό συντηρητισμό έρωτα  και μάλλον δεν μπορούσε να υπερασπιστεί την αγνότητα του ούτε στον ίδιο της τον εαυτό, που παράπαιε ανάμεσα στο θέλω και στο πρέπει, στις ορμόνες και στον καθωσπρεπισμό. Όμως είχαμε μείνει σε πιο ευχάριστα, στα φιλιά όλων των σχεδίων και παραλλαγών, όμως μόνον φιλιά και όταν, ώσπου ένα χρόνο μετά τον νεαρό ποιητή, καλλιτέχνη και φοιτητή, οι δυο νέοι μπόρεσαν να βρεθούν μόνοι και ξαναμμένοι, άπειροι ωστόσο ακόμα, στο σπίτι του.

"Άγγιξέ με ζάλισέ με πάρε με ψηλά, φίλησέ με τύλιξέ με στα χέρια σου ζεστά..." θα μπορούσε να του είχε πει ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, αν είχε μάθει να εκφράζεται ελεύθερα ή αν βρισκόταν σήμερα εκεί. Τότε, δεν πρέπει να είπε και πολλά, ίσως και τίποτα. "Έτσι όπως σ’ έχω αγκαλιά κι έχεις ακουμπήσει στα σεντόνια, Θεέ μου, λέω η πρώτη μας βραδιά κάνε να κρατήσει χίλια χρόνια..." θα μπορούσε να της είχε πει ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Γιατί τω όντι τα ονομαζόμενα προκαταρκτικά παρολίγον να κρατήσουν χίλια χρόνια, ξενερώνοντας ελαφρώς την άπειρη, πλην αποφασισμένη παρθένο που ήλπιζε να ζήσει τις χίλιες και μία νύχτες, έστω επί φοιτητικού στρώματος και στο ημίφως ενός κεριού για το ρομαντικό του πράγματος, κατά πώς ο νοικοκύρης του σπιτιού και νοικοκυρευτής της παρθενίας της είχε σκηνοθετήσει το χώρο, άνευ ενδυματολόγου, αλλά γυμνές σκιές στο λιγοστό φως και άνευ άλλης μουσικής επένδυσης πλην κάποιων επιφωνημάτων και βαθέων αναστεναγμών, αυθορμήτων και μη. 

Και εγένετο. Αλλά αυτό ήτο! Και πόσο ευκολάκι να είσαι μια Σεχραζάντ! Πόσα παραμύθια διηγήθηκε από τότε; Πολλά. Και χρειάστηκε να περάσει πολλές χίλιες και μία νύχτες για να μάθει να απολαμβάνει τις νύχτες και τις μέρες της ζωής χωρίς παραμύθια ή μύθια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου