Translate

Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Αχ, αυτό το ξενύχτι!


"Πολλές ταινίες τρόμου βλέπεις"
ή "Φαντασία που την έχεις!", λέει καθησυχαστικά.
Το λέω κι εγώ : είναι της νύχτας τα καμώματα,
μα δεν γελώ,
γιατί είναι η κόρη μου ό,τι πλιότερο αγαπώ
κι αν την χάσω, θα χαθώ. Και κυριολεκτώ
Ανησυχώ, ανησυχώ, ανησυχώ
κι ό,τι πιο άσχημο περνάει το βράδυ απ' το μυαλό
μέχρι το νυχτοπούλι, ξημερώματα, να γυρίσει στο σταθμό.

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Αχ, αυτό το ξενύχτι! (1)


Αχ, αυτό το ξενύχτι! Ανθυγιεινό, εξουθενωτικό και γεμάτο ανησυχίες και αγωνία για τον γονέα βέβαια και όχι για το παιδί που διασκεδάζει ως είθισται στην εποχή του. Και η εποχή απαιτεί η διασκέδαση των νέων να ξεκινά γύρω στα μεσάνυχτα και να τελειώνει τις πρωινές ώρες της επόμενης μέρας! Νομίζω ότι και στο ωράριο διασκέδασης των νέων στη χώρα μας, πρέπει να έχουμε μια ακόμα αρνητική πρωτιά, όπως αυτές στη διαφθορά, στην ατιμωρησία των οικονομικά ισχυρών, στην ανεργία, στα θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα, στα ζητήματα εκπαίδευσης και παιδείας, στο κάπνισμα....δηλαδή όλα τα κακά της μοίρας μας ή πιο σωστά της νοοτροπίας και της στάσης μας στη ζωή.

Ξενυχτάς και διάφορες μαύρες σκέψεις περνάν απ' το μυαλό σου, ειδικά αν έχεις κορίτσι. Γιατί τη νύχτα, όταν το σκοτάδι καλύπτει πρόσωπα και συμπεριφορές, η ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα παύει να ισχύει, η γυναίκα ξαναγίνεται το ασθενές φύλο, το υποψήφιο και εν δυνάμει θύμα, αυτό που μπορεί να δεχτεί επιθετική συμπεριφορά από το αρσενικό. Δεν άκουσα ποτέ να γίνεται λόγος για επιθέσεις γυναικών σε άντρες ή για βιασμούς αντρών από γυναίκες. Αντίθετα αρκετά συχνά γίνεται λόγος για επιθέσεις, βιασμούς και δολοφονίες γυναικών που βρέθηκαν μόνες τους αργά τη νύχτα. Κάτι τέτοια σκέφτεται ο γονιός, όταν το παιδάκι του διασκεδάζει κι άντε μετά να του κολλήσει ύπνος!

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Ξυπνώντας με κακή διάθεση χωρίς συγκεκριμένο λόγο


Αν τα κριτήρια για την ευτυχία εξακολουθούσαν να είναι Ηροδότεια, αν η Σολώνεια σοφία φώτιζε το νου, τότε η αίσθηση της ικανοποίησης, ακόμα και της χαράς για τη ζωή θα έπρεπε να ομορφαίνει την καθημερινότητα όσων κατάφεραν ή ευεργετήθηκαν από την τύχη να έχουν προνόμια όπως η υγεία, η οικογενειακή συνεννόηση και αγάπη, η κοινωνική αποδοχή και αναγνώριση και η δυνατότητα επιβίωσης. 

Αν κάτι λείπει από τα κριτήρια της ευτυχίας τα οποία κατέταξαν τον Τέλλο τον Αθηναίο ή τους Κλέοβη και Βίτωνα στους μακάριους της ζωής και εμποδίζουν κι εμάς πολύ συχνά να απολαύσουμε τα αγαθά μας είναι η ευημερούσα πολιτεία και ο μακάριος θάνατος για τον οποίο όμως κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πριν επέλθει. Ή και το ανικανοποίητο και ανήσυχο της ανθρώπινης φύσης που δεν εκτιμά το υπαρκτό, αλλά αποζητά ολοένα και περισσότερα, στα χρόνια μας κυρίως υλικά αγαθά, και τελικά χάνει τη χαρά της απόλαυσης των ήδη υπαρχόντων και κατακτηθέντων με κόπο και κόστος. Αναφέρομαι σ' αυτούς που ανήκουν στη μεσαία τάξη ή ακόμα και στους φτωχούς, αλλά όχι εντελώς άπορους, γιατί τους πολύ πλούσιους δεν τους λογαριάζω. Αυτοί ζουν διαφορετικά από τους πολλούς, πέρα και από τη φαντασία μας και η πολιτεία δυστυχεί για την δικιά τους και μόνον υλική ευημερία και απληστία.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Η ωραιότητα της παρθενίας τους (5)


"Λέγουσιν ὅτι οἱ θεοὶ δὲν δωροῦσι τέλειο τὸ εὐεργέτημα τῶν ἀγαθῶν φρενῶν εἰς τὴν κόρην, προτοῦ νὰ καταστῇ αὕτη γυνή. Περὶ σπουδαίων πραγμάτων δύναται ν᾽ ἀκούσῃ τις ὅταν εἶναι ἤδη σύνευνος καὶ μέλλει ὅσον οὔπω νὰ καταστῇ μήτηρ ἀγαθῶν τέκνων, βλαστῶν τοῦ ὑμεναίου. Ἀλλ᾽ εἰς κόρην τίς δύναται νὰ διηγηθῇ σοβαρὰ πράγματα; Ἡ κόρη εἶναι κούφη ὡς τὸ πτερόν, ἐλαφρὰ ὡς νεφέλη, εὐαπάτητος καὶ εὐπαγίδευτος ὡς στρουθίον." (Παπαδιαμάντης, Γυφτοπούλα, 1884). Αυτά σκεφτόταν ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων, άντρας μορφωμένος, για την Αϊμά, τη γυφτοπούλα, τον 15ο αιώνα όμως, τα αυτά (περίπου) σκεφτόταν και η ίδια για το στρουθίον της τον 21ο!  Όμως στρουθίον ή γάτα; Γάτα με πέταλα και δεν είναι ψέμα! Άρα;

Άρα, παρόλα αυτά, με χίλιους τρόπους αυτή και όλες (οι μανάδες) προσπαθούν να πείσουν για την αναβολή του γεγονότος, είτε είναι πρώιμο, οπότε δικαίως, είτε είναι όψιμο, λησμονώντας ακόμα και το πρωιμότερο των δικών τους στιγμών, οπότε αδίκως. Στον ύμνο του υμεναίου κατά τους ακαδημαϊκούς χρόνους των στρουθίων τους παρουσιάζουν ανοχή, ευτυχώς, και αλίμονο, αν όχι και τότε!
Απ' την άλλη σιγά να μην τις ρωτήξουν, όταν έρχεται η ώρα!

Και πόσο τυχερές όσες τις τιμούν με την εκμυστήρευση των προσωπικών τους στιγμών και αποφάσεων! Μεγάλη κατάκτηση που προϋποθέτει δουλειά πολύ για να γυρίσει ο ήλιος που λάμπει τη δική τους χαρά και αλήθεια και προς αυτές. Και πόση πρόοδος που ο "κατώφυλλος" έγινε αγκαλιά γεμάτη συγκίνηση και κρυφά δάκρυα για το παιδί που αποχαιρετούν, αγκαλιά γεμάτη φόβους, προβληματισμούς, ευχές ... και καταφύγιο της αμηχανίας  τους την ώρα της εξομολόγησης.

"Ὅταν ἀναφθῶσιν αἱ δᾷδες τοῦ ἱμέρου καὶ ἀντηχήσῃ ὁ ὕμνος τοῦ ὑμεναίου, τότε τὸ στρουθίον συνελήφθη εἰς τὴν παγίδα, ἡ κόρη ὑπερέβη τὸν οὐδὸν τοῦ βίου, καὶ μετέστη ἀπὸ τοῦ προσκαίρου σταθμοῦ εἰς τὴν ἀληθῆ κονίστραν τοῦ ἐγκοσμίου ἀγῶνος. " (Παπαδιαμάντης, Γυφτοπούλα, 1884)

Η μυρωδιά του θανάτου

John Collier, The death of Albine, 1898
Ένα από τα  πράγματα που ξέρω,
είναι πως είμαστε περαστικοί.
Σκέψη που εδράζεται όσο μεγαλώνω,
καθώς με φόβο διαπιστώνω
ότι ο θάνατος ακάλεστος τρυπώνει
εκεί που πάω να κλείσω τα βλέφαρα
να χαλαρώσει τάχα η ψυχή.

Είναι φορές που τον οσμίζομαι επίσης
όχι, πως άρωμα φορεί!
Άοσμος κι άγευστος σαν το πολύτιμο νεράκι
κι ας είναι η αξία του απολύτως μισητή!
Πάντα στο μισοΰπνι σκάει μύτη,
στης κάμαρας την πόρτα στέκει,
διστακτικός ακόμα! Σκιάζομαι πολύ!

Ξυπνώ ανήσυχη,
τη μαύρη σκέψη προσπαθώ να διώξω.
Λέω: είσαι ζωντανή, γιατί φοβάσαι τόσο πολύ;
Πάντα με θλίψη διαπιστώνω
λαχτάρα πόθο για αθάνατη ζωή!
Μα ο θάνατος καθώς περνούν τα χρόνια
παραμονεύει πάντα εκεί.

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Περί Αρχαίων Ελληνικών ο λόγος


Πολύ κουβέντα έγινε για τα Αρχαία Ελληνικά και την κατάργηση τους στο Γυμνάσιο. Τελικά δεν καταργούνται, αλλά η διδασκαλία τους μειώνεται κατά μία ώρα τη βδομάδα κι έτσι οι τρεις ώρες Αρχαίων από το πρωτότυπο γίνονται δύο. Με τη συνήθη αξιοπιστία του το Υπουργείο Παιδείας, αρχικά ανακοίνωσε ότι η κομμένη ώρα των Αρχαίων θα δοθεί στη διδασκαλία της Νεοελληνικής Γλώσσας που από δίωρο μάθημα θα γίνει τρίωρο, πράγμα λογικό, να διδάσκονται και να ασκούνται δηλαδή οι μαθητές περισσότερο στη γλώσσα που καθημερινά χρησιμοποιούν παρά στη γλώσσα των αρχαίων Ελλήνων ή μάλλον την εξέλιξη της, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τα ελληνιστικά χρόνια και εξής. Αλλά τελικά ούτε αυτό ισχύει, παρά μόνον για την α΄γυμνασίου. Από κάπου πρέπει να κόψουν ώρες για να περιορίσουν τις δαπάνες, γιατί περί αυτού πρόκειται, και η δυσκολία της διδασκαλίας και εκμάθησης των Αρχαίων, έδωσε ένα καλό πάτημα για να χρησιμοποιήσει το Υπουργείο κόφτη και στα Αρχαία Ελληνικά. 

Αυτά για φέτος, γιατί το ζήτημα μάλλον δεν κλείνει λόγω οικονομικής δυσχέρειας και κρίσης. Μήπως, λοιπόν, δεν χρειάζεται καν το δίωρο των Αρχαίων Ελληνικών, λένε  κάποιοι; Μήπως θα έπρεπε εντελώς να καταργηθεί η διδασκαλία τους στο Γυμνάσιο; Αν και φιλόλογος, θα προσπαθήσω να είμαι αντικειμενική και να περιγράψω την πραγματικότητα που βιώνουμε στα σχολεία σχετικά με το μάθημα:

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ ( Σαρλ Μπωντλαίρ )


Σαρλ Μπωντλαίρ

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ' αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πώς κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ' ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μέσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.

μτφρ. Αλέξανδρος Μπάρας 
(1906-1990)

Για περισσότερες μεταφράσεις του ίδιου ποιήματος:  http://www.sarantakos.com/language/par-albatros.html

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Ο κυρ - Θύμιος και το ακορντεόν του



Καλοκαίρι, να μοσχοβολάει ο κήπος, να κάθεται ο κυρ- Θύμιος στην αυλή με το ακορντεόν του να παίζει και να γίνονται τα καλοκαιρινά βράδια μαγικά, τουλάχιστον στη δική μου μνήμη. Να είναι ο ουρανός γεμάτος αστέρια, να μοσχο-βολάνε οι τριανταφυλλιές, το γιασεμί, οι φλαμουριές....να μυρίζει το χώμα υγρασία μετά το βραδινό πότισμα των φυτών από την κυρα- Αρτεμισία και ο κυρ Θύμιος να παίζει, τανγκό και βαλσάκια, ενδεχομένως και άλλα τραγούδια ή μουσικές που έχουν σβηστεί από τη μνήμη μου. Παιδί του δημοτικού ήμουνα τότε, οι εικόνες όμως εξακολουθούν να είναι μαγικές όταν τις αναλογίζομαι και έντονα χαραγμένες στη μνήμη μου. Με θυμάμαι να χορεύω, όχι βέβαια βαλς και τανγκό, αλλά τους δικούς μου αυτοσχέδιους χορούς, να στροβιλίζομαι και να νιώθω ότι πετάω, ότι τάχα χορεύω υπέροχα....Ο ήχος του ακορντεόν συχνά έφερνε στην αυλή μας επισκέπτες από τη γειτονιά, που έρχονταν να απολαύσουν παρέα τη μουσική βραδιά και να σιγοτραγουδήσουν κάποιο σκοπό ή έφερνε άλλα παιδάκια της γειτονιάς που ήθελαν να χορέψουν.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Δειλία και σκληρότητα ο φόνος

Πριν το ονομάσουμε bullying:
"Δειλία καὶ σκληρότης ἀπαιτεῖται (καὶ οὐχὶ γενναία καρδία(!), κατὰ τὴν ἄξεστον καὶ χυδαίαν πρόληψιν), ὅπως φονεύσῃ τις τὸν ἐχθρόν του, συντρεχούσης καὶ τῆς τύχης. Δειλία δὲ καὶ σκληρότης εἶναι ἀνόμοια, ἢ τὸ πολὺ ἀντίθετα, ἀλλ᾽ οὐχὶ καὶ ἀντιφατικά, καὶ δύνανται νὰ συνυπάρχωσι παρὰ τῷ αὐτῷ προσώπῳ." (Παπαδιαμάντης, Γυφτοπούλα, κεφ.Ι)



Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Ερασμιακή προφορά της Αρχαίας Ελληνικής - Το προοίμιο της Οδύσσειας

Οι ξένοι προφέρουν τα αρχαία ελληνικά με τη λεγόμενη ερασμιακή προφορά (από το όνομα του Ολλανδού σοφού Έρασμου, του 16ου αιώνα). Η ερασμιακή προφορά είναι μια προσπάθεια προσέγγισης της αρχαίας προφοράς. Με άλλα λόγια, όταν προφέρουμε τα αρχαία ελληνικά με την ερασμιακή προφορά, δεν τα διαβάζουμε με τη νεοελληνική προφορά αλλά με τον τρόπο που υποθέτουμε ότι προφέρονταν στην αρχαιότητα. Για μας εδώ στην Ελλάδα αυτό ακούγεται παράξενα ή και ενοχλητικά, (α) γιατί δεν έχουμε συνηθίσει να ακούμε τα αρχαία ελληνικά με προφορά άλλη από τη νεοελληνική, και (β) γιατί ως μαθητές δε μάθαμε ποτέ ότι η ελληνική γλώσσα άλλαξε σημαντικά μέσα στο χρόνο, τόσο στην προφορά όσο και σε άλλες όψεις της (σύνταξη, λεξιλόγιο κλπ.). Και αυτό το δεύτερο ευθύνεται για τις συχνά βίαιες αντιδράσεις στην ερασμιακή προφορά των ξένων. Εμείς μπορούμε να συνεχίσουμε να διαβάζουμε τα αρχαία ελληνικά με τη νεοελληνική προφορά, αρκεί να ξέρουμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν τα πρόφεραν έτσι – ότι η γλώσσα άλλαξε μέσα στο χρόνο. Και αυτό δεν είναι καθόλου κακό. Όλες οι γλώσσες αλλάζουν μέσα στον χρόνο.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Η τελευταία που ερωτεύτηκα γυναίκα (Δημήτρης Νικηφόρου)

Να είσαι καλά, Δημήτρη Νικηφόρου!




Η τελευταία που ερωτεύτηκα γυναίκα έχτισε

στ' άφραχτα αμπέλια μου μια μάντρα από ξερολιθιά.
Την είπε αγάπη· 24 καλικαντζάροι μαυροτσούκαλοι
στοιβάξαν σαν τις πέτρες τα περισσά μου χρόνια το ένα πάνω στ’ άλλο κι έπειτα μες στο θρασύ της γέλιο από τα πίσω καθίσματα του τρένου
μου έβγαζαν τη γλώσσα περιπαιχτικά
ενώ κρατιόμουν όρθιος στις χειρολαβές:
Κι ήρθες με μια αγκαθωτή ομορφιά, σκέρτσο,
γράδα σωστά στην πουτανιά, ίσα που να τσιμπάει
στον ουρανίσκο. Να πίνεις, να μεθάς, να μη χαλιέσαι·
ήρθες με μάτια αμύγδαλα παιδιού,
που αθώα μένουν όσο παιδεύει το κουτάβι του, πείσμα χωριάτικο και στο κεφάλι μηχανή που τη δουλεύανε οι βάρδιες του διαόλου.
Με στήθια ήρθες στο μάρμαρο ολόγιομα, και ρώγες μοσχομύριστα κοράλλια·
πίσω χτυπούσε μια καρδιά σκληρό σφεντάμι κι ελάτι τρυφερό.
Ένα βιολί σπασμένο. Για λίγο τ' άκουσα να κελαδάει χωρίς χορδές μόνο για μένα.

Τίποτα συνταρακτικό ως εδώ!

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

H καλή νεράιδα

Κατοικεί πέρα από το ουράνιο τόξο, από τον κόσμο που γνωρίζουμε, στη Νεραϊδοχώρα. Στο πανέμορφο αυτό μέρος κατοικούν πλάσματα μαγικά. Πεταλούδες και μικρόσωμα ξωτικά χορεύουν γύρω από πολύχρωμα λουλούδια. Οι νεράιδες παίζουν πετώντας χαρούμενα στο γαλανό ουρανό.....κι όταν, λένε τα παραμύθια, κάποιος καλός κι αδικημένος άνθρωπος τις χρειάζεται, τότε σπεύδουν να βοηθήσουν. Με το μαγικό ραβδάκι τους μεταμορφώνουν τα ποντίκια σε άλογα, την κολοκύθα σε άμαξα, τα ράκη σε πριγκιπικά φορέματα.... πραγματοποι-ούν τα όνειρα και τις επιθυμίες κάθε πονεμένου και δυστυχισμένου....και του χαρίζουν χαρά και καλή μοίρα.

Το ερώτημα είναι αν και στη ζωή υπάρχουν καλές νεράιδες και μάλιστα ανώτερες απ' αυτές των παραμυθιών, που δε χρειάζεται να είσαι δυστυχής ή αδικημένος ή έστω καλός για να επέμβουν και να σε βοηθήσουν! Υπάρχουν; Για σκεφτείτε το. Προσπαθήστε να θυμηθείτε ποιος φροντίζει καθημερινά, άοκνα και αθόρυβα να εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες, ώστε η ζωή σας να είναι πιο άνετη, εύκολη, ήρεμη, ξεκούραστη, γλυκιά, ασφαλής.....που φροντίζει πριν από σας για σας! Τώρα σίγουρα το βρήκατε. Όμως εγώ θα συνεχίσω για να αναλογιστούμε και να αναγνωρίσουμε, για να πιστέψουμε στις νεράιδες, αυτές όμως που έχουν σάρκα και οστά, που δεν πετάνε ξέγνοιαστα και ανέμελα στα δάση, στα βουνά, στα ποτάμια....που ζουν στο σκληρό και άδικο κόσμο μας, που ζουν στο σπίτι μας και είναι δίπλα μας στα καλά και τα άσχημα, στις χαρές και τις λύπες, που κουράζονται πολύ και καθημερινά, που κάνουν το δύσκολο και το κοπιώδες να φαίνεται εύκολο και ασήμαντο, γιατί πολύ μας αγαπάνε, που συνήθως δε βρίσκουν κατανόηση και αναγνώριση για όσα προσφέρουν, αλλά τη δεδομένη άποψη ότι οφείλουν σαν νεράιδες που είναι να βοηθούν αενάως και αόκνως..... Έτσι έχουν τα πράγματα, αν όμως θέλετε οι νεράιδες να υπάρχουν στη ζωή σας, τότε να τις αγαπάτε και να τους το δείχνετε.

Αφορμή για το πόνημα στάθηκαν οι "βόλτες" στη Θεσσαλονίκη, όπου φοιτά το πεταλούδι. Επειδή λοιπόν δε χορταίνει να πετά και να γεύεται τους χυμούς της ζωής, η καλή νεράιδα (λέμε τώρα) ξεχνάει τις βόλτες στη Θεσσαλονίκη και κάθε φορά αντί για ξέγνοιαστες στιγμές με τον ήλιο ή έστω τ' αστέρια στα μαλλιά, φορά φακιόλι. "Η καλή νεράιδα" έλεγε το σημείωμα που άφησα. Λέτε να θυμώσει;

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Την ωραιότητα της παρθενίας σου (1)


Έρωτας πλατωνικός και μέγας. Μετρούσε ήδη δύο μαθητικά χρόνια ολιγόλεπτων συναντήσεων και πολύωρων τηλεφωνικών επαφών. Της ή καλύτερα απλώς έγραφε ποιήματα και σ' όλα μπορούσε να βρει την ομορφιά της σκέψης του. Επρόκειτο για διάνοια, μέγα ποιητή κατά την κρίση της τότε, αλλά και σήμερα που πιο ώριμα μπορεί να κρίνει, από όσα θυμάται και από τα λίγα ποιήματα του που διασώθηκαν της καταστροφής, του σκισίματος τους δηλαδή, από κάποιον ζηλιάρη επόμενο. που ανηλεώς τα μετέτρεψε σε φιλουρίδια.

Αλλά να ήταν μόνον αυτό! Ο έρωτας μεγάλωνε και φούντωνε κάθε φορά που της ή καλύτερα απλώς έπαιζε κιθάρα ή πιάνο, ακόμα και στο ακουστικό του τηλεφώνου, όταν φυσικά έλειπε η γάτα για καφέ στη γειτονιά ή σε κάποια δουλειά και τα ποντίκια χόρευαν ή μάλλον ερωτοτροπούσαν, νοερώς δυστυχώς, υπακούοντας στα ήθη των καιρών και των αναστολών, που τόσο ήθελαν να καμφούν, και δεν θα ήταν και δύσκολο δηλαδή, αν τύχαινε σε κανέναν μπερμπάντη. "Μίλα μου" της έλεγε, μουσικά όμως, σε σκοπό της εποχής κι εκείνη έλιωνε. Κι όχι μόνον να του μιλήσει ήθελε, αλλά και να τον-την σκίσει, μετά συγχωρήσεως, γιατί εξάλλου ουδέποτε το έπαιξε σεμνή. οι συνθήκες την ανάγκαζαν και το αδέξιο και άπειρο της ηλικίας τους και κυρίως της ηλικίας του (λίγο μεγαλύτερος της), που δεν του είχε διδάξει ακόμα ότι ενίοτε το γυναικείο όχι σημαίνει ναι. "Μίλα μου, ναι, μίλα μου..." της ή καλύτερα απλώς τραγουδούσε σε σχολική συναυλία κι εκείνη ανάμεσα στο παραληρούν μαθητικό ακροατήριο ένιωθε ως ο μοναδικός αποδέκτης των τραγουδιών και μουσικών του.

Το πρώτο τους φιλί ήταν το πρώτο της κι ήταν γλυκό σαν μέλι, τρυφερό σαν απαλό χάδι κι ευχάριστο σαν ουράνια μελωδία. Μπορούσαν να φιλιούνται για ώρες χωρίς να προχωρούν παραπέρα. Αναρωτιόταν πώς άντεχε, αλλά και δημόσια δεν μπορούσαν, ούτε σε κάτι θλιβερά κέντρα διασκέδασης της εποχής, στα οποία πήγαινε κρυφά απ' τους γονείς της, που αν γνώριζαν, αλίμονο της της κακομοίρας. Στον κατώφυλλο θα την έσφαζαν κατά την προσφιλή απειλή και μόνον της εποχής, αν και αλλού συμβαίνουν αυτά καθημερινά και κυριολεκτικά, δυστυχώς. Όχι ότι δεν καταλάβαιναν, ούτε φυσικά έλειπαν οι καβγάδες στο σπίτι και τα πικρά λόγια για το ολίσθημα της καρδιάς. Μια φορά σήκωσε το τηλέφωνο και η μάνα του. "Εσύ, άλλη δουλειά να κάνεις, δεν έχεις, κορίτσι μου", της είπε. Ντροπιάστηκε, αλλά ήταν η πιο σοβαρή κι ευχάριστη δουλειά που είχε να κάνει κι έτσι συνέχισαν.

Πάντα ο έρωτας ήταν πιο δύσκολη και περίπλοκη υπόθεση για τις γυναίκες, κι ο πρώτος έρωτας για τα άβγαλτα κοριτσάκια. Να μην εξηγώ, είναι σε όλους γνωστά τα γιατί και παντελώς άδικα. Νομοτελειακά δε μας χωρίζει τέτοια απόσταση από τα πρώτα χτυποκάρδια, όταν ωριμάζουμε και καταλαβαίνουμε, που πάλι δεν καταλαβαίνουμε τα παιδιά μας, όταν τα βιώνουν.

Χωρίς να κάνει κάτι ανήθικο, ένιωθε ενοχές για την ανηθικότητα του εκτεθειμένου στον επαρχιακό συντηρητισμό έρωτα  και μάλλον δεν μπορούσε να υπερασπιστεί την αγνότητα του ούτε στον ίδιο της τον εαυτό, που παράπαιε ανάμεσα στο θέλω και στο πρέπει, στις ορμόνες και στον καθωσπρεπισμό. Όμως είχαμε μείνει σε πιο ευχάριστα, στα φιλιά όλων των σχεδίων και παραλλαγών, όμως μόνον φιλιά και όταν, ώσπου ένα χρόνο μετά τον νεαρό ποιητή, καλλιτέχνη και φοιτητή, οι δυο νέοι μπόρεσαν να βρεθούν μόνοι και ξαναμμένοι, άπειροι ωστόσο ακόμα, στο σπίτι του.

"Άγγιξέ με ζάλισέ με πάρε με ψηλά, φίλησέ με τύλιξέ με στα χέρια σου ζεστά..." θα μπορούσε να του είχε πει ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, αν είχε μάθει να εκφράζεται ελεύθερα ή αν βρισκόταν σήμερα εκεί. Τότε, δεν πρέπει να είπε και πολλά, ίσως και τίποτα. "Έτσι όπως σ’ έχω αγκαλιά κι έχεις ακουμπήσει στα σεντόνια, Θεέ μου, λέω η πρώτη μας βραδιά κάνε να κρατήσει χίλια χρόνια..." θα μπορούσε να της είχε πει ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Γιατί τω όντι τα ονομαζόμενα προκαταρκτικά παρολίγον να κρατήσουν χίλια χρόνια, ξενερώνοντας ελαφρώς την άπειρη, πλην αποφασισμένη παρθένο που ήλπιζε να ζήσει τις χίλιες και μία νύχτες, έστω επί φοιτητικού στρώματος και στο ημίφως ενός κεριού για το ρομαντικό του πράγματος, κατά πώς ο νοικοκύρης του σπιτιού και νοικοκυρευτής της παρθενίας της είχε σκηνοθετήσει το χώρο, άνευ ενδυματολόγου, αλλά γυμνές σκιές στο λιγοστό φως και άνευ άλλης μουσικής επένδυσης πλην κάποιων επιφωνημάτων και βαθέων αναστεναγμών, αυθορμήτων και μη. 

Και εγένετο. Αλλά αυτό ήτο! Και πόσο ευκολάκι να είσαι μια Σεχραζάντ! Πόσα παραμύθια διηγήθηκε από τότε; Πολλά. Και χρειάστηκε να περάσει πολλές χίλιες και μία νύχτες για να μάθει να απολαμβάνει τις νύχτες και τις μέρες της ζωής χωρίς παραμύθια ή μύθια.


Την ωραιότητα της παρθενίας σου (2)



Όμορφη, ψηλή κλπ ευειδή και ευχαρίεντα προσόντα, μαγνήτης έλξης του άρρενος μαθητικού πληθυσμού της μικρής επαρχιακής της πόλης. Ο τυχερός, όμορφος , ψηλός, αθλητικός και το νεαρό ζευγαράκι ταιριαστό εξωτερικά. Έρωτας φυσικά η αιτία, τόσο εύκολος, όταν οι ορμόνες της εφηβείας προβάλλουν σαν την θαλερή άνοιξη κάνοντας τη φύση και τη φαντασία των άγουρων νεαρών υπάρξεων να ανθίζουν και να μεστώνουν.

Τον θαύμαζε κάθε φορά που πετύχαινε καλάθια στα κακορίζικα αθλητικά τερέν της εποχής και ήταν θέμα χρόνου να πετύχει κι αυτός απ' τη μεριά του το πλέον επιθυμητό τρίποντο της καλαθοσφαιρικής του γοητείας. Μα έλα που στο τερέν του ζευγαριού εισχώρησε ένας κοντός, μπασμένος κυριολεκτικά για το άθλημα, μισή μερίδα μπροστά στον ντελικανή καλαθοσφαιριστή, αλλά πνευματώδης. Ό,τι του έλειπε σε μπόι, το αναπλήρωνε η ευφυΐα του και αγχίνους κατάφερε κυριολεκτικά στα τελευταία λεπτά του αγώνα ανάμεσα στους δύο αρσενικούς με μήλο της έριδας την κεχαριτωμένη, να σκοράρει.

Κι ο ίδιος δυσκολευόταν να το πιστέψει, τόσο που μετά το τεκταινόμενο ξενύχτησε αποθαυμάζοντας την. Όταν ξύπνησε και τον είδε να την κοιτά με τόση τρυφερότητα στη ματιά του, πολύ κολακεύτηκε, αλλά περισσότερο καθησύχασε για την επιλογή της.

Έρωτας, δυνατός και κτητικός, δυστυχώς αργότερα και ζηλόφθων απ' τη μεριά του. Την παρακολουθούσε στο κάθε της βήμα, ακόμα και με  τις παντόφλες την ακολουθούσε στη σχολή για να βεβαιωθεί για την πίστη της, αυτής που απέρριψε πλήθος  ντελικανίδων για έναν κοντό. Εν ολίγοις είδε κι έπαθε να ξεμπλέξει.

Την ωραιότητα της παρθενίας σου (3)


Γελαστή, χειμαρρώδης, πληθωρική και αθυρόστομη για την εποχή, έκανε που και που τις σεμνοπαρθένες συμμαθήτριες της να γκρινιάζουν κάπως, για τους τύπους και μόνον, για το τολμηρό της λεξιλόγιο, αλλά και να τεντώνουν τ΄αυτιά τους για να επιμορφωθούν στην αργκό. Οι πιο πολλές επιδίωκαν την παρέα της και ως ένα μέσο για να συναντηθούν σχολώντας "τυχαία" με τα αγόρια του αρρένων που τις έστηναν καρτέρι για να φλερτάρουν μαζί τους "τυχαία", γιατί πώς αλλιώς; Άλλος τρόπος δεν υπήρχε, είχε όμως αυτή τον τρόπο της.

Τον πιο όμορφο και περιζήτητο διάλεξε. Όλες τον ήθελαν και οι φήμες έλεγαν ότι αρκετές τις είχε καταφέρει. Κι όταν τα κατάφεραν κι οι δυο τους, "μα, που είναι;" της είπε. "Κι εγώ απορώ!" του απάντησε.

Και απορούσε πράγματι, αλλά ποιος θα την πίστευε! Την αλήθεια είπε, μα στα μάτια του έμοιαζε σαν το πιο μεγάλο ψέμα. Σε στήλη άλατος μετατράπηκε και τότε και κατόπιν ο "@#*@#^". Έψαξε, διάβασε, ρώτησε άσχετες, όσο και η ίδια, "φίλες" της. "Πώς ήταν, τι ένιωσαν, υπάρχει αίμα, πόσο;" Και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι γεννήθηκε χωρίς αυτήν την "@#*@*^@" κακοτεχνία της φύσης, αιτία δραμάτων, ιλαροτραγωδιών, κηλιδώματος, στιγματισμού, αισχύνης, ακόμα και φονικών. 

Χρόνια αργότερα σε μια κηδεία, κάποια άγνωστη την πλησίασε."Με θυμάσαι;" της είπε. Δεν τη θυμόταν. " Έμενα στην γειτονιά σας, όταν ήμαστε παιδιά...και πάντα, ακόμα και τώρα νιώθω τύψεις γι΄αυτό που σου έκανα." Τίποτα απολύτως δεν θυμόταν απ' αυτά που τα αυτιά της δυσκολεύονταν να πιστέψουν. Μια γιαλαντζί γιατρέσσα, παιδικής ηλικίας, υπήρξε ο διακορευτής της παρθενίας της! Η ηλικιωμένη κάργια που στεκόταν μπροστά της και της ζητούσε συγγνώμη! Τέτοια τύχη! Καλύτερα να τον πέταγε στα σκυλιά δηλαδή.

Ρώτησε και τη μάνα της την ίδια μέρα. Το περιστατικό γνωστό σε όλους τους μεγαλύτερους της οικογένειας, πλην της ιδίας. Την έτρεξαν τότε και σε γιατρό, λόγω αιμορραγίας, που μάλλον τους παρηγόρησε  κι αυτό κράτησαν στην συνείδηση τους για να την ησυχάσουν. Κανείς ποτέ δεν τόλμησε να ξαναθίξει το θέμα στο σπίτι της ή έστω να την ενημερώσουν, όταν μεγάλωσε αρκετά. Από ντροπή για την "παραμέληση ανηλίκου", όπως θα το έλεγαν σήμερα.

Το έθαψε κι αυτή το ζήτημα μαζί με το συχωρεμένο, γιατί τι να πεις και τι να μολογήσεις, "@##@^***@@**@^..........".

Την ωραιότητα της παρθενίας σου (4)


Όχι, ότι δεν θα μπορούσε να είχε βρει "και ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά...",  αλλά - ποιος τη φταίει -  προτίμησε υπάκουα να ασπαστεί τις απόψεις των γονιών και της κάναν καιρό κοινωνίας του χωριού της περί πρώτης νύχτας του γάμου, αμύριστου κρίνου, ανέγγιχτου λουλουδιού, του πρίγκιπος που θα ερχόταν την κατάλληλη στιγμή με αμάξι πολλών ίππων αντί ενός αλόγου, δουλειά, αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία, ανάλογα βέβαια και της προίκας της νύφης.

Ακόμα και σήμερα, αειπάρθενος και έχοντας διανύσει τον μισό και πλέον αιώνα της ζωής της, εξακολουθεί να μην μιλά για άντρες, γιατί δεν είναι πρέπον και άλλωστε τι να πει, αλλά για την προίκα και το βιος της έχει να λέει και να παινεύεται. Για παράδειγμα όταν οι συνάδελφοι της φέρνουν το κολατσιό τους από το σπίτι τους, εκείνη παινεύεται για την ευπορία της λέγοντας ότι "να ο φούρνος κι ότι, άμα έχεις λεφτά, αγοράζεις από κει ό,τι επιθυμεί η καρδούλα σου", δηλαδή τυρόπιτες, σάντουιτς, κουλούρια κι άλλα δυσεύρετα και απλησίαστα  ή ότι την Κυριακή δεν χρειάζεται να μαγειρέψεις: "Σηκώνεις το ακουστικό, παραγγέλνεις κι άμα πληρώνεις, το φαγητό σου το φέρνουν σε πακέτο στην πόρτα σου."  Είναι αυτές οι "πολυτέλειες" που κάνουν τη ζωή της ξεχωριστή, γιατί ακόμα και τα χρήματα της άλλοι θα τα χαρούν, καθώς η αειπάρθενος δεσποσύνη τα κάνει μασούρια, υπάκουη ακόμα και σήμερα στις καλές συμβουλές των γονέων, ότι φασούλι, φασούλι γεμίζει το σακούλι. Εις επήκοον όλων κάθε τρεις και λίγο τηλεφωνεί στην τράπεζα για να ρωτήξει για το επιτόκιο - που, φευ, έχει καταποντισθεί  στο 0,001% - για τις προθεσμιακές καταθέσεις της κλπ τραπεζικά προσόντα που της εξασφαλίζουν ευτυχώς μια σιγουριά για το μέλλον, αλλά ουδέποτε της εξασφάλισαν την ευτυχία του παρόντος χρόνου της μίζερης και σπαγγοραμμένης ζωής της.

Ουδείς ενδιαφέρεται πλέον γι' αυτό το πολύτιμο αγαθό που διαφύλαξε ως κόρη οφθαλμού στη ζωή της και το οποίο έχει περιπέσει εντελώς στα αζήτητα, προκαλώντας μόνον τον γέλωτα ή εμπνέοντας ανέκδοτα, ενίοτε χυδαία. Εν ολίγοις, τον εμπαιγμό για την παρθενία της δεν τον γλίτωσε! Χίλιες φορές δηλαδή, να το είχε γλεντήσει, τότε που μπορούσε! Πλέον είναι αργά για δάκρυα, που δυστυχώς, έστω και κροκοδείλια, εξακολουθεί να τα χύνει γι΄αυτές τις ανήθικες που ξεπαρθενιάζονται με τον πρώτο τυχόντα. Με την παρθενία της να μείνει!