Translate

Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Καλημέρες, κακομέρες! Τόσο κοντά!


  "Έλα, Κυριάκο, κάθισε. Πίνε άφοβα όσο καφέ σου κάνει κέφι… πολύ σε παίδεψα… μην πίνεις καφέ… μην ανάψεις άλλο τσιγάρο… κάμε το κέφι σου, Κυριάκο, μη τούτο, μη τ’ άλλο, τι βγήκε… πήγε, και πήγε με τον καημό…"
Αυτά λέει η Έλλη Αλεξίου στην "Πέρδικα της Σκύρος" και καλά τα λέει!

  Γιατί τελικά τι πετυχαίνεις με τα πολλά μη! Να φοβίζεις τον άνθρωπο σου ότι η καλή διάθεση είναι τόσο μικρής διάρκειας όσο και η γλύκα μιας καραμέλας! Να σου λέει: "Καλά, σε βλέπω! Έτσι, να πάει όλη η μέρα!" και να διακρίνεις μια αδιόρατη ανησυχία! Να ζει δηλαδή με την αγωνία, το φόβο, σ' ένα ασταθές περιβάλλον, όπου εύκολα μπορεί να προκύψει μια μικρή σύγκρουση δια ασήμαντον αιτίαν!

  Πόσα τέτοια! Ουουουου, να φαν κι οι κότες! Αιτία οι δουλειές και η καθαριότητα συνήθως, αφού, κατά πως τα λέει και "η ενσωματωμένη κασέτα", κανείς δεν συναισθάνεται, πόσο κόπο κρύβουν κλπ γνωστά του γνωστού εξάψαλμου!

  Για παράδειγμα, έχεις μόλις σαπουνίσει και απολυμάνει το μπάνιο του σπιτιού, τα γάντια δεν έχουν ακόμα στεγνώσει, αλλά η επίσκεψη σ' αυτό των αγαπημένων σου το επαναφέρουν σχεδόν στην προ καθαριότητας κατάσταση! Να μην βρίσεις λιγάκι, έστω μόνη, ξαναφορώντας τα γάντια; Να μην μουρμουρίσεις μια κουβέντα για εκτόνωση; Και σε ποιον να την απευθύνεις την κουβέντα; Στο παιδί σου; Ε, αυτό έρχεται κάπως πιο φυσικό να το υπηρετείς, εξάλλου αραδίτσα παπαδίτσα! Άρα ποιος μένει;

Υπερκαταναλωτισμός, μια νοοτροπία που πρέπει να ξεπεράσουμε!


Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Η φρενίτιδα της χριστουγεννιάτικης κατανάλωσης - Το δώρο του θανάτου (George Monbiot)

    Δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζονται, τίποτα που να μην έχουν ήδη, τίποτα που έστω να θέλουν. Οπότε τους αγοράζεις μια κούκλα-βασίλισσα που κινείται με ηλιακή ενέργεια, μια βούρτσα για τον αφαλό ή ένα σετ μίνι-γκολφ για την τουαλέτα. Φαίνονται διασκεδαστικά την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων, βαρετά τη δεύτερη, ντροπιαστικά από την τρίτη και μετά. Ως τη δωδέκατη μέρα έχουν μετατραπεί σε σκουπίδια. Για 30 δευτερόλεπτα αμφίβολης διασκέδασης, ή ένα ηδονιστικό ερέθισμα που διαρκεί όσο και μια δόση νικοτίνης, εγκρίνουμε μια χρήση υλικών της οποίας οι επιπτώσεις θα είναι ορατές για γενιές μετά.

   Κάνοντας έρευνα για την ταινία της ‘Η Ιστορία των Πραγμάτων’, η Annie Leonard ανακάλυψε πως από τα υλικά που περνούν μέσα από την καταναλωτική οικονομία, μόνο 1% παραμένει σε χρήση έξι μήνες μετά την πώληση [1]. Ακόμα και τα αγαθά που θα περιμέναμε να διαρκέσουν περισσότερο, σύντομα καταδικάζονται σε αχρηστία είτε επειδή είναι προσχεδιασμένα να χάνουν τη χρήση τους (χαλάνε γρήγορα), είτε επειδή θεωρείται πως την έχασαν (βγαίνουν εκτός μόδας).

    Αλλά πολλά από τα προϊόντα που αγοράζουμε, ειδικά για τα Χριστούγεννα, δεν μπορούν να χάσουν τη χρησιμότητά τους, γιατί εξαρχής δεν είχαν καμία χρησιμότητα. Ένα ηλεκτρονικό μπλουζάκι drum-machine, ένας κουμπαράς Darth Vader που μιλάει, μια θήκη για το iPhone σε σχήμα αυτιού, ένας ατομικός ψύκτης για κουτάκια μπύρας, μια οδοντόκρεμα με γεύση μπέικον, ένας σκύλος που χορεύει: Δεν περιμένουμε κανείς να τα χρησιμοποιήσει, ούτε καν να τα ξανακοιτάξει μετά τη μέρα των Χριστουγέννων. Είναι σχεδιασμένα για να προκαλέσουν ένα ‘ευχαριστώ’, ίσως και κάνα-δυο ειρωνικά γέλια, και μετά να πεταχτούν.

   Η γελοιότητα των προϊόντων συγκρίνεται μόνο με το βάθος των επιπτώσεων. Σπάνια υλικά, πολύπλοκα ηλεκτρονικά, η ενέργεια που απαιτείται για την κατασκευή και τη μεταφορά τους, όλα παράγονται και συνδυάζονται σε ενώσεις μέγιστης ματαιότητας. Αν συμπεριλάβουμε τα ορυκτά καύσιμα των οποίων την εξόρυξη και χρήση παραγγέλλουμε σε άλλες χώρες, η κατασκευή και η κατανάλωση είναι υπεύθυνες για περισσότερη από τη μισή παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα [2]. Καταστρέφουμε τον πλανήτη για να φτιάξουμε ηλιακά θερμόμετρα μπάνιου και επιτραπέζιους παίκτες του γκολφ.

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

H "γκουγκόσια"

Πίστι, πίστι, μπάλα
τρως ψωμί και γάλα.

Το δίστιχο αυτό επαναλαμβανόταν πολλές φορές από τη γιαγιά μου και εμάς τα εγγόνια, όσο εκείνη έσφιγγε  και πίεζε τα κομματάκια της ψίχας του  ψωμιού με το τριμμένο τυρί μέσα σε μια βαμβακερή καρό πετσέτα, δίνοντας στο περιεχόμενο της κυκλικό σχήμα. Μετά από μερικά λεπτά τα δύο αυτά υλικά, γίνονταν ένα σφιχτοδεμένο, ενιαίο μείγμα που είχε το σχήμα μιας μικρής μπαλίτσας, ενώ γευστικά ήταν πολύ νόστιμο. Ακόμα κι εγώ που υπήρξα ένα κακόφαγο παιδί, θυμάμαι να το τρώω με όρεξη. Θες το τραγουδάκι, θες το σχήμα, το έδεσμα γινόταν πιο δελεαστικό και εύγευστο. 
Στο δίστιχο αντί για τη λέξη τυρί, που είναι το ένα από τα δύο υλικά του εδέσματος, υπάρχει η λέξη γάλα, φαντάζομαι λόγω ρίμας. Εξάλλου το τυρί είναι προϊόν του γάλακτος.
Στο βιβλίο "Γεύσεις από παλιά Κοζάνη" των Μ. Τσικριτζή και Φ. Φτάκα το έδεσμα αυτό αναφέρεται ως " γκουγκόσια", με την εξής περιγραφή από μια παλιά Κοζανίτισσα:  " 'Επιρνάμι  ψουμί μέση, έβανάμι μέσα ούρδα ή και τυρί άμα είχαμι, το 'δινάμι σι μια πιτσέτα κι το 'στριβάμι, το 'στριβάμι όσου να γέν' μια μπάλα όλου αντάμα. Ξέρς τι καλό ήταν;"
Κλείνοντας να συστήσω στις μητέρες να το δοκιμάσουν ως κάτι διαφορετικό  στη διατροφή των παιδιών τους.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Rubens, Caravaggio, Picasso, Dali, El Greco, van Eyck...πώς να ξεχωρίζουμε τα έργα τους με έναν πρακτικό, απλουστευμένο και αστείο τρόπο!


Βρίσκεστε μπροστά σε έναν πίνακα ζωγραφικής!

Είναι τόσο υπέροχα τα χρώματα, οι σιλουέτες που διαγράφονται, τα πρόσωπα τόσο πετυχημένα που σας έρχεται κατευθείαν στο μυαλό το όνομα του καλλιτέχνη.. Ρούμπενς! Ή μήπως είναι Ντεγκά;

Τη λύση μας τα δίνει ένας χρήστης του Reddit, ο DontTacoBoutIt (εδώ), που δημοσίευσε μια σειρά από διάσημα έργα ζωγραφικής και ταυτόχρονα έδωσε σύντομες αλλά ξεκαρδιστικά ακριβείς εξηγήσεις για το πώς να αναγνωρίζουμε τους δημιουργούς τους.

Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, τα έργα του Ντα Βίντσι μπορείτε να τα αναγνωρίσετε από τη μπλε ομίχλη και τα τοπία που θυμίζουν «Άρχοντα των δαχτυλιδιών» ενώ τα έργα του Rubens από τις μεγάλες περιφέρειες των πρωταγωνιστών» ..

1. Αν όλα τα πρόσωπα στους πίνακες έχουν τεράστια περιφέρεια, τότε είναι Ρούμπενς.
1.130
1.2

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Με τη φιλίτσα στο χέρι

Διαβάζοντας κεφάλαια από το εξαιρετικό και ιδιαίτερα διαφωτιστικό για τη Λαογραφία, Ιστορία, Οικονομία, Τοπιογραφία...γενικά για τον πολιτισμό της Κοζάνης βιβλίο " Γεύσεις από παλιά Κοζάνη" των Ματίνας Τσικριτζή-Μόμτσιου και Φανής Φτάκα-Τσικριτζή, στάθηκα στο κεφάλαιο "με τη φιλίτσα στο χέρι", καθώς ανασύρθηκαν μνήμες από την παιδική μου ηλικία και εικόνες του εαυτού μου με μια φέτα ψωμί στο χέρι, αλειμμένη συνήθως με βούτυρο και σπιτική μαρμελάδα να τρέχω στις γειτονιές για να παίξω. Συχνά ακουμπούσα τη φέτα αυτή σε κάποιο περβάζι ή πεζούλι και που και που θυμόμουν να φάω και καμιά μπουκιά, άλλοτε πάλι επέστρεφα μετά από ώρες στο σπίτι μου με ολάκερη τη φέτα στο χέρι ή με ένα μέρος της ή με τη φέτα ξεχασμένη στο πεζούλι και μένα χορτασμένη από παιχνίδι και ξεγνοιασιά, τη μάνα μου όμως στενοχωρημένη για το παιδί της που ήταν κακόφαγο και αδύνατο.
Η φιλίτσα για την οποία γίνεται λόγος στο βιβλίο ανέσυρε μερικές ακόμα μνήμες. Θυμήθηκα που η γιαγιά μου η Φωτεινή, μας έπαιρνε για απογευματινή συνήθως επίσκεψη στη θεία μου τη Βαγγελούδα, για να ξεκουράσει και τη μάνα μου από εμάς. Το σύνηθες κέρασμα της θείας σε μας τα παιδιά ήταν μια φέτα ζυμωτό ψωμί με βούτυρο και ζάχαρη από πάνω.
Θυμήθηκα και τις αυγόφετες που τηγάνιζε πολύ συχνά για απογευματινό η μάνα μου και τις οποίες τρώγαμε κομμένες σε "στρατιωτάκια" (δηλ.  μικρά κομμάτια) πασπαλισμένα με ζάχαρη. Τις αυγόφετες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τις φτιάχνω κι εγώ για τη θυγατέρα μου και πολύ της αρέσουν.

Ας δούμε όμως μερικά αποσπάσματα από το "νόστιμο δρομολόγιο στα περασμένα" όπως λέει στα πρώτα εσώφυλλα του βιβλίου.  Ο αναγνώστης αρχικά μαθαίνει τι εστί φιλίτσα, "ευμεγέθης φέτα ψωμιού, αλειμμένης με οτιδήποτε διέθετε το σπίτι, συνήθως προϊόντα της οικιακής οικονομίας". Στη συνέχεια αναφέρει ότι τα προϊόντα αυτά ήταν ανάλογα της εποχής και της οικονομικής κατάστασης του κάθε νοικοκυριού. Έτσι η φέτα αλείφονταν με λίγδα (χοιρινό λίπος), ζάχαρη, ζάχαρη και καφέ, "μαντζιούν" (πετιμέζι πηχτό), μαρμελάδα, θρεψίνη (σιρόπι από σταφίδες), ελιές, λίγο τυρί ή δερματίσιο (τουλουμοτύρι), βούτυρο, μέλι. Η φιλίτσα λέει και στο βιβλίο ήταν το σήμα κατατεθέν των παιδιών στις γειτονιές. Οι περιγραφές είναι παρόμοιες με τις δικές μου μνήμες από την ανέμελη και γεμάτη παιχνίδι παιδική ηλικία.
"Αν η φιλίτσα κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού έπεφτε σε σχετικά καθαρό έδαφος, ουδέν πρόβλημα. Τη σήκωνες, τη φυσούσες λίγο για να φύγουν τα μπάμπαλα (τα σκουπιδάκια) και την έχαφτες (έτρωγες) χωρίς δεύτερη σκέψη. Αν όμως η ζημιά ήταν ανεπανόρθωτη, σήκωνες το ψωμί, το φιλούσες και το έβαζες σε μια άκρη για να μην το πατήσει κανείς, πράγμα που έδειχνε το σεβασμό των παλιότερων κοινωνιών προς το ψωμί που δύσκολα έβγαινε, καθώς ήταν η βασική τροφή που συντηρούσε με αξιοπρέπεια τις πολυμελείς οικογένειες" 
"Ο Αϊ Θανάσης, ο Αϊ Σαράντης, τ' Ντουζ' η μπιστιρά (πέτρα), τ' Μπαντιαμάκα η μπιστιρά, η Αγία Παρασκευή ήταν μερικά μόνον από τα μέρη που δέχονταν το μικρόκοσμο της πόλης τα απογεύματα της άνοιξης και του καλοκαιριού με το "δειλνό" στο χέρι. Αλλά ο πιο δημοφιλής τόπος συνάντησης ήταν η Αγιάννα, κυρίως λόγω της "γκλίστρας", ενός φυσικού λείου βράχου όπου έκανες τσουλήθρα, με αποτέλασμα να μην απομέν' βρακί για βρακί". 

Από Ματίνα Γκούτζιου

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Μ' έπιασαν κότσο, μπορεί και Κώτσο δηλαδή.


Συχνά χρησιμοποιούμε την έκφραση αυτή στον τόπο μας, καθώς συχνά επίσης πέφτουμε θύματα εξαπάτησης από επιτήδειους που ανθούν στη χώρα της κλεψιάς και της καταπάτησης των νόμων, αλλά και από ανθρώπους του στενού μας περίγυρου.
Όλοι μας, λοιπόν, πιανόμαστε κότσοι ή Κώτσοι! Όμως ποιος τέλος πάντων είναι ο σωστός τύπος και πώς προέκυψε η έκφραση;

1. Από το ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου (εδώ) μαθαίνουμε ότι :

α) Mέχρι πρόσφατα τη λέξη κότσος στη συγκεκριμένη έκφραση όλοι την έγραφαν με ωμέγα, γιατί φαντάζονταν μέσα στο μυαλό τους ότι προέρχεται από τον Κώτσο, τον χωριάτη, τον αγαθιάρη.

Παράδειγμα: Αδερφάκι μου, άμα δεν είσαι άντρας περπατημένος στο μαχαλά, να δεις τι κοροϊδιλίκι πάει πέρα-δώθε, στο σούρτα-φέρτα στην κενωνία, πέφτεις κανονικά και πιάνεσαι κώτσος... [Ν. Τσιφόρος, Παραμύθια πίσω από τα κάγκελα, σ. 199]

Εξάλλου υπάρχει και η σύγχρονη παραλλαγή (από διαφήμιση) “σε πιάσανε Αλέκο”, που (πέρα από ένα ακόμα καρφί στην απαξίωση των Αλέκων) δείχνει ότι με (κάποιο) όνομα την καταλαβαίνει ο κόσμος την έκφραση.

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

"Άι, στο καλό σου πια!"


"Άι, στο καλό σου πια, πάλι δάκρυσες;" μου είπε δακρυσμένος.

Και η αλήθεια είναι πώς δάκρυσα από συγκίνηση σε κάποιες σκηνές μιας γλυκιάς και ζεστής σαν χάδι ταινίας, αλλά όχι μόνον εγώ!

Κάθε φορά όμως αίρω τον σταυρό της συγκίνησης, απαλλάσσοντας τον άντρα του σπιτιού από κάθε ανομολόγητη φευγαλέα ή φανερή έκφραση ευαισθησίας. 

Είναι βέβαια γλυκό σαν πούπουλο το βάρος του ανομήματος να συγκινείσαι στα ανθρώπινα κι είναι εντέλει τόσο οικείο και ευχάριστο να δακρύζω-ουμε εύκολα στις ταινίες!

"La famille bélier" η ταινία.