Translate

Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Μυδρίαση και μύδροι

Πρόσφατα χρειάστηκε να κάνω διάφορες οφθαλμολογικές εξετάσεις κατά τη διάρκεια των οποίων οι οφθαλμίατροι κ. Μόσχου και Κανιούρας, προκάλεσαν τεχνητή διαστολή της κόρης του οφθαλμού μου, πράγμα που λέγεται μυδρίαση. Στα ιατρικά, δηλ. τους λόγους για τους οποίους διαστέλλουν την κόρη, δεν θα υπεισέλθω, διότι γνωρίζω μόνον έναν απ' αυτούς, ότι είναι απαραίτητη η διαστολή για να καταστεί δυνατή η εξέταση του βυθού, και κανέναν άλλο που πιθανόν να υπάρχει.

Εκείνο που μας απασχόλησε με τον άντρα μου, μεταξύ των άλλων, φεύγοντας από το ιατρείο ήταν η ετυμολογία της λέξης "μυδρίαση" και η σχέση της λέξης αυτής με τη λέξη "μύδρος", ιδιαίτερα μάλιστα στον πληθυντικό αριθμό και στη γνωστή έκφραση "εξαπολύω μύδρους".

Αποφάσισα λοιπόν να το ψάξω και παραθέτω όσα βρήκα:

1.α) Η αρχ. ελλ. λέξη μυδρίασις δημιουργήθηκε από το μύδρος + -ίασις < μυδρ-ιάω <μύδρος = κομμάτια κόκκινης και καυτής μάζας ή πυρακτωμένης πέτρας που εκσφενδονίζεται από τον κρατήρα ηφαιστείου. Η λέξη μυδρίασις χρησιμοποιήθηκε από τον Γαληνό, ενώ η λέξη μύδρος χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Ιπποκράτη ο οποίος χρησιμοποιούσε πυρακτωμένο μέταλλο το οποίο έφερνε κοντά στο μάτι του ασθενούς προκαλώντας τη διαστολή της κόρης από φόβο. (ΠΗΓΗ: http://biolexikon2.blogspot.gr/2012/02/mydriasis.html)
β) Αβέβαιης ετυμολoγίας. Πρόκειται πιθανά για παράγωγο του μυδάω ( = είμαι υγρός, λειώνω)  που εμφανίζει επίθημα -ρος, οπότε η λέξη μύδρος θα είχε αρχικά τη σημασία «λειωμένη, ρέουσα μεταλλική μάζα».

2. Η λέξη μύδρος έχει τις εξής σημασίες:
  • πυρακτωμένος όγκος σιδήρου
  • πέτρωμα σε τήξη που τινάζεται από ηφαίστειο 
  • αμόνι από πέτρα ή από μέταλλο
  • πυρακτωμένος διάπυρος όγκος από πέτρα ή από μέταλλο (η κόρη του οφθαλμού κατά τη διαστολή της φαίνεται τρόπον τινά διάπυρη)
  • κάθε όγκος μετάλλου («μύδρον σιδήρεον κατεπόντωσαν», Ηρόδ.)
  • φρ. «μύδρους αἴρειν χεροῑν» — κρατώ πυρακτωμένο σίδηρο στα χέρια σε πράξη θεοδικίας για να αποδείξω την αθωότητά μου.
  • βλήμα πυροβόλου όπλου
  • (ειδικότερα) οβίδα κανονιού
  • (μεταφορικά) έντονη κριτική, επιθετικός λόγος, λόγος που αποτελείται από συντριπτικά επιχειρήματα εναντίον κάποιου π.χ. ο λυκειάρχης εξαπέλυσε μύδρους εναντίον των μαθητών ή η αντιπολίτευση εξαπέλυσε μύδρους κατά της κυβέρνησης (λόγια σαν τα πετρώματα που τινάζονται από το ηφαίστειο, που καίνε, που πληγώνουν ή σαν βλήματα πυροβόλου όπλου κλπ) 
  • (μεταφορικά) σκληρός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου